λιμήν


λιμήν
ὁ λιμήν,ένος гавань

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "λιμήν" в других словарях:

  • λιμήν — harbour masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιμήν — Ονομασία του λιμανιού της Σικυώνας στον Κορινθιακό κόλπο, κατά την αρχαιότητα. Αρχικά ονομαζόταν Αιγιαλείς και αργότερα Μηκώνη. * * * ο (AM λιμήν, ένος) βλ. λιμένας …   Dictionary of Greek

  • Λιμήν Ευνόστου — Ονομασία του δυτικού λιμανιού της Αλεξάνδρειας, κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Το διαμόρφωσε ο Μέγας Αλέξανδρος, ενώνοντας το νησί Φάρο με την Αλεξάνδρεια, ανοίγοντας έτσι δύο εισόδους σε αυτό. Ο Λ.Ε. παρέμεινε σε αχρηστία για πολλούς αιώνες,… …   Dictionary of Greek

  • Λιμήν Μέγας — Ονομασία του ανατολικού λιμανιού της Αλεξάνδρειας, κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Καταλάμβανε τον χώρο μεταξύ του φάρου του νησιού Φάρου και της Λοχιάδας άκρας. Αποτελούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα το κυριότερο λιμάνι της Αλεξάνδρειας …   Dictionary of Greek

  • Ευνόστου λιμήν — Το δυτικό λιμάνι της Αλεξάνδρειας κατά την αρχαιότητα, που βρισκόταν ανάμεσα στην ηπειρωτική Αίγυπτο, στο νησί Φάρος και στο Επταστάδιο. Την περίοδο της τουρκοκρατίας, στο λιμάνι έμπαιναν μόνο τουρκικά πλοία, ενώ τα χριστιανικά προσορμίζονταν στο …   Dictionary of Greek

  • Лиманы — (λιμήν гавань) так называются в побережье Черного и Азовского морей приморские бассейны, представляющие как бы расширенные устья рек и балок, наполненные наичаще соленой или солоноватой водой. Л. открытые находятся в непосредственном сообщении с… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • λιμένα — λιμήν harbour masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιμένας — λιμήν harbour masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιμένε — λιμήν harbour masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιμένες — λιμήν harbour masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιμένεσσι — λιμήν harbour masc dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)